Άγγελος Αντωνόπουλος: Ένας σύγχρονος ιππότης που δεν φοβήθηκε τη μοναξιά
Ο ηθοποιός έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 χρόνων έχοντας αφήσει πίσω του μια μεγάλη κληρονομιά και μαθήματα ζωής…
«Η ζωή είναι ένα δώρο, αλλά πρέπει να ξέρεις πώς να το κρατάς χωρίς να το τσαλακώνεις. Θέλει μια ευγένεια η καθημερινότητα». Γοητευτικός, αριστοκράτης, ευγενής, σεμνός, γενναιόδωρος, μοναχικός… Πόσα άραγε επίθετα μπορείς να βάλεις πλάι στον Άγγελο Αντωνόπουλο;
Ο ηθοποιός γεννήθηκε στον Πειραιά το 1932 και μεγάλωσε στα Ταμπούρια μα και στην αρχαία Ολυμπία. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν. Υπηρέτησε όλα τα είδη του θεάτρου από το κλασικό (Σαίξπηρ, Τσέχωφ, Μπρεχτ) και την αρχαία τραγωδία, μέχρι το σύγχρονο ρεπερτόριο και συνεργάστηκε με όλες τις πρωταγωνίστριες και τους πρωταγωνιστές που μεσουράνησαν στην εποχή του.
Στο σινεμά εμφανίστηκε σε πάνω από 30 ταινίες («Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα», «Κοινωνία ώρα μηδέν», «Ορατότης μηδέν»). Στην τηλεόραση έκανε το ντεμπούτο του το 1971, μετά από πρόταση του σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη να παίξει στο τηλεοπτικό σίριαλ «Άγνωστος πόλεμος» του Νίκου Φώσκολου. Ο ρόλος του ως Συνταγματάρχη Διαγόρα Βαρτάνη τον έκανε έναν από τους πιο αγαπητούς ηθοποιούς στην Ελλάδα. Λέγεται μάλιστα πως την ώρα που παιζόταν η σειρά, οι δρόμοι της χώρας ερήμωναν, τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία της. Μεταξύ άλλων έχει συμμετάσχει και στις σειρές: «Οι Πανθέοι», «Το φως του Αυγερινού», «Μαντάμ Σουσού», «Πρόβα νυφικού», ενώ η τελευταία του εμφάνιση ήταν το 2004 στο σίριαλ «Τα παιδιά της Νιόβης» στην ΕΡΤ.
«Δεν γίνεται να κάνεις τέχνη αν το μυαλό σου είναι στις κοσμικές στήλες»
Ο Άγγελος Αντωνόπουλος αντιπροσώπευε μια εποχή όπου η αρχοντιά, η ευγένεια και η αφοσίωση στην τέχνη ήταν πραγματικά παράσημα για έναν ηθοποιό. Ανήκε σε εκείνη τη «στόφα» των καλλιτεχνών που ξεχώριζαν όχι μόνο για το ταλέντο τους, αλλά και για το ήθος, τη σεμνότητα και την εσωτερική τους καλλιέργεια. «Η διασημότητα είναι σαν το καλοκαιρινό μπουρίνι. Έρχεται με πάταγο, σε βρέχει ως το κόκαλο και μετά από λίγο εξατμίζεται. Αυτό που μένει είναι η ουσία σου, το ποιος είσαι όταν σβήνουν τα φώτα», έλεγε στις συνεντεύξεις του.
«Ποτέ δεν κατάλαβα τον όρο σταρ, εγώ ένας εργάτης του θεάτρου υπήρξα. Ένας άνθρωπος που διάβαζε, μελετούσε και προσπαθούσε να είναι συνεπής σε αυτό που του εμπιστεύτηκε ο κόσμος. Το θέατρο δεν είναι για να δείχνεις τον εαυτό σου, είναι για να τον κρύβεις πίσω από έναν ήρωα και, μέσω αυτού, να λες την αλήθεια στους ανθρώπους. Από τον Κάρολο Κουν έμαθα το πιο σημαντικό μάθημα: ότι η τέχνη θέλει θυσίες, θέλει ασκητική ζωή. Δεν γίνεται να κάνεις τέχνη αν το μυαλό σου είναι στις κοσμικές στήλες».
«Σήμερα οι άνθρωποι βιάζονται να ζήσουν»
Παρά το γεγονός ότι υπήρξε ένας από τους πιο γοητευτικούς άντρες του ελληνικού θεάτρου, ο ίδιος δεν αναφερόταν στην προσωπική του ζωή και μιλούσε πάντα για τις γυναίκες με απέραντο σεβασμό και μια σχεδόν «ιπποτική» ευγένεια. Δεν υπερηφανεύτηκε ποτέ για τις κατακτήσεις του, αντίθετα, τόνιζε ότι η γυναικεία παρουσία και η γυναικεία ψυχοσύνθεση ήταν πάντα πηγή έμπνευσης για εκείνον. «Σήμερα οι άνθρωποι βιάζονται. Βιάζονται να ζήσουν, βιάζονται να αγαπήσουν, βιάζονται να πετύχουν. Χάθηκε η γοητεία της αναμονής, το φλερτ, ο σεβασμός στον άλλον», έλεγε με μια πικρία στα χείλη…
«Στη μοναξιά μου βρίσκω τους καλύτερους φίλους μου»
Έφυγε όσο αθόρυβα είχε ζήσει και τη ζωή του! Ο Αντωνόπουλος ήταν ένας μοναχικός άνθρωπος, δεν του άρεσαν οι μεγάλες παρέες και η φασαρία. Ήθελε να διαβάζει και να περνά χρόνο με τον εαυτό του. Αυτή η ανάγκη του τον έκανε να αποσυρθεί στην αγαπημένη του Κάρυστο και να ζήσει εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η αξιοπρέπειά του χαρακτήρισε και το τέλος του. Επιθυμία του ήταν η κηδεία του να γίνει σε στενό κύκλο και έπειτα να ανακοινωθεί ο θάνατός του.
«Η μοναξιά δεν με τρόμαξε ποτέ. Με τρόμαζε πάντα η φασαρία των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα να πουν», είχε παραδεχτεί σε συνέντευξή του. «Στη μοναξιά μου βρίσκω τους καλύτερους φίλους μου: τα βιβλία μου και τις αναμνήσεις μου. Όταν αποτραβιέσαι, βλέπεις τα πράγματα πιο καθαρά. Από μακριά, η ομορφιά φαίνεται καλύτερα και η ασχήμια δεν σε αγγίζει».